Με την υπ' αριθμόν 17/2026 απόφασή του, το Α2' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αποσαφηνίζει σε βάθος το ζήτημα της παραγωγής δεδικασμένου (σύμφωνα με τα άρθρα 321, 322 και 331 ΚΠολΔ) επί παρεμπιπτόντως εξεταζόμενων ζητημάτων. Η απόφαση αποτελεί έναν εξαιρετικό δικονομικό οδηγό ως προς τις αυστηρές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια δικαστική κρίση δεσμεύει μεταγενέστερα δικαστήρια.
Βασικά Σημεία της Απόφασης για το Δεδικασμένο
- Η προϋπόθεση της καθ' ύλην αρμοδιότητας: Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να παραχθεί δεδικασμένο για μια έννομη σχέση που κρίθηκε παρεμπιπτόντως (και η οποία αποτέλεσε αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα), το δικαστήριο που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση πρέπει να είχε την καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφανθεί επ' αυτής, σαν να είχε εισαχθεί ενώπιόν του ως κύριο αγωγικό ζήτημα.
- Το κριτήριο ελέγχου της αρμοδιότητας: Για τον έλεγχο της καθ' ύλην αρμοδιότητας (προς την παραγωγή δεδικασμένου) λαμβάνεται υπόψη το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, και όχι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που ενδεχομένως έκρινε κατ' έφεση. Αυτό αποτρέπει την καταστρατήγηση των θεμελιωδών διατάξεων του άρθρου 12 § 2 ΚΠολΔ.
- Πλεοναστικές κρίσεις και υποδείξεις: Η τελεσιδικία δεν καλύπτει δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούσαν νομικώς αναγκαία προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) για την κρίση επί του κυρίως επίδικου αντικειμένου. Συνεπώς, ζητήματα που εξετάστηκαν απλώς ως "χρήσιμα" για την υποβοήθηση της δικανικής κρίσης (πλεοναστικές υποδείξεις) δεν αποκτούν ισχύ δεδικασμένου.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, κρίθηκε ότι η προηγούμενη απόφαση ενός Μονομελούς Πρωτοδικείου, που διέγνωσε παρεμπιπτόντως ως άκυρη (λόγω καταχρηστικότητας κατ' άρθρο 281 ΑΚ) την καταγγελία ενός δανείου στο πλαίσιο ανακοπής κατά της εκτέλεσης, δεν παρήγαγε δεδικασμένο για την ακυρότητα της καταγγελίας στη μετέπειτα τακτική δίκη. Ο λόγος ήταν ακριβώς ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο στερείτο της καθ' ύλην αρμοδιότητας (λόγω ποσού) να δικάσει το συγκεκριμένο ζήτημα εάν αυτό είχε εισαχθεί ενώπιόν του ως κύρια αγωγή.